Διευθύντρια:

Καθηγήτρια Έλενα Κ. Θεοδωροπούλου

Διεύθυνση:

Δημοκρατίας 1, Κτίριο "7ης Μαρτίου", Ρόδος 85 100

Τηλέφωνο - Fax:

+30 2241099150 - +30 2241099189

Ηλ. Αλληλογραφία:

lab-prapl-ph@aegean.gr

Μέλος Ε.Τ.Ε.Π. Εργαστηρίου:

Βέρα Αγγέλου

"Κάθε πολιτισμικό αγαθό, απ’ τη μαγειρική ως την σειραϊκή μουσική, έχει πολλούς τρόπους να γίνεται αντιληπτό με τη δυτική ματιά, από την απλή άμεση αίσθηση μέχρι την ευχαρίστηση του γνώστη, εξοικειωμένου με τις παραδόσεις και τους κανόνες του είδους".
 
Bourdieu, Pierre & Alain Darbel (1990), The Love of Art: European Art Museums and their Public,
Stanford: Stanford University Press.
 

Από τις αιρετικές στις καθεστηκυίες αναγνωρίσεις της και vice versa, ασκήσεις για το ανοίκειο και το οικείο, περιηγήσεις στις μορφές, τις αμορφίες & τις παρά-μορφώσεις της, η φιλοσοφία αλλιώς.

 

 

Jean Baptiste Simeon Chardin, Νεκρή φύση με βάζο από ελιές, 1760

«Είναι που αυτή η ζωγραφική την οποία ονομάζουμε ηθογραφική ζωγραφική, θα έπρεπε να είναι εκείνη των γερόντων ή όσων έχουν γεννηθεί γέροι. Δε ζητά παρά μόνο μελέτη και υπομονή. Καμία έμπνευση, λίγη ιδιοφυΐα, καθόλου ποίηση, πολλή τεχνική και αλήθεια· και μετά, αυτό είναι όλο. Αλλά ξέρετε, ότι ο χρόνος που αφιερώνουμε σε αυτό που, κατά τη χρήση, ονομάζουμε αναζήτηση της αλήθειας, φιλοσοφία, είναι ακριβώς εκείνος όπου οι κρόταφοί μας γκριζάρουν, και όπου θα ήμασταν απρόθυμοι να γράψουμε μία αισθηματική επιστολή. Σε ό,τι έχει να κάνει, φίλε μου, με αυτές τις γκρίζες τρίχες, είδα σήμερα το πρωί το κεφάλι μου να έχει όλο ασημίσει κι αναφώνησα, όπως ο Σοφοκλής, όταν ο Σωκράτης τον ρώτησε πώς πηγαίνουν οι έρωτες: A domino agrestic et furioso profugi. 'Εχω δραπετεύσει από αυτό το άγριο και θανάσιμο αφεντικό»

Denis Diderot, το Φιλολογικό Σαλόνι του 1765, ''Άπαντα'', Τόμος 4, Βερολίνο, τυπογραφείο - βιβλιοπωλείο, Παρίσι, 1818, σ. 56.

Rene Magritte, Φιλοσοφική Λυχνία, 1936

«Μόνο η σκέψη είναι ομοιάζουσα. Μοιάζει όντας αυτό που βλέπει, ακούει ή γνωρίζει, γίνεται αυτό που ο κόσμος της προσφέρει. Είναι αόρατη όπως ακριβώς η απόλαυση ή η οδύνη. Όμως, η ζωγραφική παρεμβάλλει μια δυσκολία: υπάρχει η σκέψη που βλέπει και που μπορεί να περιγράφει ορατά. […] Ίσως, λοιπόν, το αόρατο να είναι, μερικές φορές, ορατό; Υπό τον όρο η σκέψη να συγκροτείται αποκλειστικά από ορατά σχήματα. Ως προς το θέμα αυτό, είναι προφανές ότι μια ζωγραφισμένη εικόνα (που είναι από την ίδια της τη φύση άθικτη) δεν κρύβει τίποτε, ενώ το ορατό απτό κρύβει αναπόφευκτα ένα άλλο ορατό –αν πιστέψουμε την εμπειρία μας»

Michel Foucault, «Δύο γράμματα του René Magritte» στο Αυτό δεν είναι πίπα, μτφρ. Γ. Σπανός, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2013, σ. 50.

Giorgione, Οι τρεις φιλόσοφοι, 1508-1509

«’Ύστερ' από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος· κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν απο 'κει τα τεχνάσματά τους.

Το φαντάζομαι, είπε»

514a-514b, Πλάτων, Πολιτεία, 7ο βιβλίο, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2002.

Κατερίνα Αθανασοπούλου, Αποδημία, 2012

«Σωκράτης: Το έχειν λοιπόν δεν μου φαίνεται το ίδιο με το κατέχειν, αλλά όπως π.χ. αν ένας αγοράσει ένα ιμάτιο και το έχει στην κατοχή του δίχως να το φοράει, δεν θα λέγαμε ότι αυτός το έχει, αλλά ότι το κατέχει.

Θεαίτητος: Σωστά

Σωκράτης: Ιδές λοιπόν και την γνώση, μην είναι δυνατόν, όταν κανείς την κατέχει έτσι, να μην την έχει, αλλά να την κατέχει μονάχα, όπως όταν κανείς συλλάβει άγρια πουλιά, περιστέρια ή τίποτ’ άλλο, και κάνει στο σπίτι του περιστερεώνα και τα τρέφει, κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε γι’ αυτόν ότι τα έχει πάντοτε, επειδή τάχει στην κατοχή του. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος: Ναι.

Σωκράτης: Μ’ άλλον τρόπο πάλι θα λέγαμε ότι δεν έχει κανένα απ’ αυτά τα πουλιά, αλλά υπάρχει σ’ αυτόν δυνατότητα, επειδή τα έκαμε υποχείριά του σε ειδικό περίβολο, να συλλάβει και να έχει οποιοσδήποτε, κάθε που θα θελήσει, και πάλι να το αφήσει· και τούτο μπορεί να το κάνει όσες φορές θέλει.

Θεαίτητος: Έτσι είναι.

Σωκράτης: Ξανά λοιπόν, όπως πριν κατασκευάσαμε μέσα στις ψυχές κάποιο κέρινο πλάσμα, ας κατασκευάσουμε τώρα πάλι μέσα σε κάθε ψυχή έναν περιστερεώνα με παντοειδή πουλιά, μερικά κατά μεγάλα σμήνη χωριστά από τάλλα, μερικά πάλι κατά μικρά σμήνη, και άλλα τέλος μόνα τους να πετούν δια μέσου όλων όπου τύχει.

Θεαίτητος: Ας τον κατασκευάσουμε λοιπόν. Αλλά τί βγαίνει απ’ αυτό;

Σωκράτης: Όσο βέβαια είμαστε ακόμα παιδιά, πρέπει να πούμε πως το αγγείο αυτό είναι κενό, αντί όμως για πουλιά να σκεφθούμε γνώσεις. Όποια λοιπόν γνώση αποκτήσει κάποιος και την κλείσει μέσα στον περίβολο, λέμε γι’ αυτόν ότι έμαθε ή βρήκε το πράγμα, στο οποίο αναφέρεται αυτή η γνώση, και αυτό είναι το γνωρίζειν.

Θεαίτητος: Έστω»

197c-197e, Πλάτων, Θεαίτητος, μτφρ. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1980.

 

Alfred Hitchcock, Ο βρόχος, 1948

«Τι είναι καλό; Ό,τι ανυψώνει στον άνθρωπο το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για απόκτηση δύναμης, την ίδια τη δύναμη. Τι είναι κακό; Ό,τι γεννιέται από την αδυναμία. Τι είναι ευτυχία; Το αίσθημα ότι η δύναμη μεγαλώνει -ότι μια αντίσταση εξουδετερώνεται. Όχι ικανοποίηση με ό,τι έχουμε, αλλά περισσότερη δύναμη· όχι ειρήνη εν γένει, αλλά πόλεμο· όχι αρετή, αλλά επιδεξιότητα (αρετή σύμφωνα με το στιλ της Αναγέννησης, virtù, αρετή ελεύθερη από κάθε υποκρισία, σε θέματα αρετής). Οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι πρέπει να λείψουν: είναι η πρώτη αρχή της δικής μας αγάπης για τον άνθρωπο. Και θα τους βοηθήσουμε σ' αυτό».

Friedrich Νietzsche, Ο αντίχριστος, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσ/νίκη 1983, σσ. 9,10. 

Ingmar Bergman, Η έβδομη σφραγίδα, 1957     *δείτε ακόμη

 

«Η επίτευξη της ολοκλήρωσης του εδωνά-Είναι [Dasein] μέσα στον θάνατο είναι συνάμα απώλεια του Είναι του εδωνά. Η μετάβαση στο όχι-πια-εδωνά-Είναι αίρει το εδωνά-Είναι ίσα-ίσα από τη δυνατότητα να βιώσει αυτή τη μετάβαση και να την κατανοήσει ως κάτι βιωμένο. Έστω ότι έχει αποκλειστεί από το εκάστοτε εδωνά-Είναι το να βιώσει κάτι τέτοιο ως προς τον εαυτό του. Τόσο πιο εντυπωσιακός είναι όμως ο θάνατος Άλλων. Χάρη σ’ αυτόν γίνεται "αντικειμενικά" προσιτός ένας τελειωμός του εδωνά-Είναι. Έτσι το εδωνά-Είναι μπορεί, αφού μάλιστα είναι ουσιαστικά Συνείναι με Άλλους, να πετύχει μια εμπειρία θανάτου. Αυτό το "αντικειμενικό" δεδομένο θανάτου πρέπει άρα να καταστήσει μπορετή και μια οντολογική οροθέτηση της ολότητας του εδωνά-Είναι»

Μάρτιν Χάϊντεγγερ, Είναι και Χρόνος, τόμος 2, § 47, μτφρ. Γ. Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1985, σ. 435.

Margarethe von Trotta, Hannah Arendt, 2012

«Η ικανότητα κρίσης των καθέκαστων (όπως την ανακάλυψε ο Kant), η δυνατότητα να αποφανθείς: “αυτό είναι λάθος”, ‘‘αυτό είναι ωραίο’’ κλπ., δεν είναι το ίδιο με την ικανότητα του σκέπτεσθαι. Το σκέπτεσθαι καταπιάνεται με τα αόρατα, με αναπαραστάσεις πραγμάτων που είναι απόντα. το κρίνειν αφορά πάντα στα καθέκαστα και σε πράγματα απτά. Ωστόσο οι δύο ικανότητες συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο παρόμοιο με εκείνον της συνειδητότητας με τη συνείδηση. Αν το σκέπτεσθαι, το δυο-σε-ένα του σιωπηλού διαλόγου,  πραγματώνει τη διαφορά εντός της ταυτότητας μας ως διαφορά δεδομένη  για τη συνειδητότητα, και ως εκ τούτου καταλήγει στη συνείδηση ως παραπροϊόν της, τότε το κρίνειν, το παραπροϊόν της απελευθερωτικής επίδρασης της σκέψης, πραγματοποιεί το σκέπτεσθαι, το κάνει να εκδηλωθεί στον κόσμο των φαινομένων, όπου ποτέ δεν είμαι μόνος και πάντα είμαι τόσο απασχολημένος για να μπορώ να σκεφτώ. Η εκδήλωση του άνεμου της σκέψης δεν είναι η γνώση, είναι η δυνατότητα να ξεχωρίσεις το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο. Και αυτό πράγματι μπορεί να αποτρέψει καταστροφές, τουλάχιστον για τον εαυτό μου, στις σπάνιες στιγμές όπου τα χαρτιά είναι πια πάνω στο τραπέζι».

Hannah Arendt, Thinking and Moral Considerations, Social Research, 38:3 (1971:Autumn), p. 446

Marcell Jankovics , Σίσυφος, 1974

«Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Αλλά ο Σίσυφος διδάσκει την ύψιστη πίστη που αρνείται τους θεούς και σηκώνει τους βράχους. Κι εκείνος επίσης κρίνει ότι όλα είναι καλά. Τούτο το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άγονο ούτε ασήμαντο. Κάθε κόκκος αυτής της πέτρας, κάθε ορυκτό θραύσμα αυτού του πλημμυρισμένου από νύχτα βουνού, σχηματίζει από μόνο του έναν κόσμο. Ο αγώνας και μόνο προς την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο».

Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου, μτφρ. Ν. Καρακίτσου-Ντουζέ, Μ. Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007, σ. 168.

Béla Tarr, Το άλογο του Τορίνο, 2011 

«Ο τρελός.- “Δεν ακούσατε για εκείνον τον τρελό που κρατούσε ένα αναμμένο φανάρι μέρα μεσημέρι κι έτρεχε στην πλατεία της αγοράς φωνάζοντας ασταμάτητα : «Γυρεύω το Θεό! Γυρεύω το Θεό!»- Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν πίστευαν στο Θεό , ξέσπασε ηχηρό γέλιο. Μήπως χάθηκε αυτός ρώτησε κάποιος ; Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί ; είπε κάποιος άλλος .Ή μήπως κρύβεται ; Μήπως μας φοβάται ; Μήπως μπάρκαρε στο πλοίο ; Μήπως ξενιτεύτηκε ;-Τέτοια έλεγαν και γελούσαν . Ο τρελός πήδησε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. «Που είναι ο Θεός ;» φώναξε . «Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε –εσείς κι εγώ ! Όλοι είμαστε δολοφόνοί του! Αλλά πως το κάναμε αυτό ; Πώς μπορέσαμε να αδειάσουμε τη θάλασσα ; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι για να σβήσουμε όλο τον ορίζοντα ;Τι κάναμε όταν κόψαμε την αλυσίδα που ενώνει τούτη τη γή με τον ήλιο της; Προς τα που κινείται αυτή τώρα ; Πίσω, πλάγια, μπροστά , πρoς όλες τις μεριές ;Υπάρχει ακόμα ένα πάνω κι ένα κάτω ; Δεν περιπλανιόμαστε μέσα σ’ ένα ατέλειωτο μηδέν ; Δεν νιώθουμε την ανάσα του κενού χώρου ; Δεν κάνει περισσότερο κρύο ; Δεν έρχεται η νύχτα , πάντα η νύχτα πάνω μας ; Δεν πρέπει ν’ ανάβουμε φανάρια στο καταμεσήμερο; Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από το θόρυβο του κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν το Θεό ; Δεν μυρίζουμε ακόμη τίποτε από τη θεϊκή αποσύνθεση; Και οι θεοί αποσυντίθεται ! Ο Θεός είναι νεκρός ! Ο Θεός παραμένει νεκρός ! Κι εμείς τον σκοτώσαμε ! Πως να παρηγορηθούμε εμείς , οι φονιάδες των φονιάδων ; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ότι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος – ποιος θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα ; Ποιo νερό μπορεί να μας πλύνει ;Ποιους εξιλασμούς , ποια ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε ; Το μέγεθος αυτής της πράξης δεν είναι πολύ μεγάλο για μας ; Δεν πρέπει να γίνουμε κι εμείς οι ίδιοι θεοί απλώς για να φαινόμαστε άξιοι της ; Ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερη πράξη – κι όποιος γεννηθεί μετά από μας θα ανήκει , χάρη σε τούτη την πράξη , σε μια ιστορία ανώτερη από κάθε ιστορία που υπήρξε μέχρι τώρα!” Εδώ σιώπησε ο τρελός και ξανακοίταξε τους ακροατές του – κι εκείνοι έμεναν όλοι άλαλοι και τον κοίταζαν έκπληκτοι».

Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη Γνώση, μτφρ. Λ. Τρουλινού, εκδ. Έξαντας, Αθήνα 1996, σσ. 171, 172.

Jean-Luc Godard, Η καταγωγή του 21ου αιώνα, 2000

«Υπάρχει μια σχεδόν ανεξάντλητη πρώτη ύλη για να τρέφει τον μηχανισμό της ολοκληρωτικής κυριαρχίας, μηχανισμό που συσσωρεύει εξουσία και καταστρέφει ανθρώπους. Κι αυτό το συναίσθημα που χαρακτηρίζει το "μαζάνθρωπο", το αίσθημα ότι είναι άχρηστος, αν αποτελεί φαινόμενο εντελώς καινούργιο για την Ευρώπη, όπου είναι συνέπεια της μαζικής ανεργίας και της δημογραφικής ανάπτυξης των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων, κυριαρχεί εκεί από αιώνες κι εκδηλώνεται με την περιφρόνηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής».

Hannah Arendt, Το ολοκληρωτικό σύστημα, μτφρ. Γ. Λάμψα, εκδ. Ευρύαλος, Αθήνα 1951, σ. 41.

Marina Abramovic, Ο καλλιτέχνης είναι παρών, MoMA, 2010

«Αν ένα έργο εννοιολογικής τέχνης αρχίζει με την ερώτηση "Τι είναι τέχνη;" χωρίς διευκρινίσεις για το ύφος ή το υλικό το, θα μπορούσε να συμπληρωθεί με την πρόταση "Αυτό θα μπορούσε να είναι τέχνη" όπου το "αυτό" παρουσιάζεται με τη μορφή αντικειμένου, εικόνας, δράσης ή ιδέας που αποκαλύπτεται με κάποιον άλλο τρόπο. Άρα η εννοιολογική τέχνη είναι "αυτοπαθής": το αντικείμενο αναφέρεται πίσω στο υποκείμενο, όπως στη φράση "σκέφτομαι για το πώς σκέφτομαι". Αναπαριστά μια κατάσταση αέναης αυτοκριτικής». 

Τόνυ Γκόντφρεϋ, Εννοιολογική τέχνη, μτφρ. Ε. Οράτη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1998, σ. 12.

Peter Brook, Μαρά/Σάντ, 1967

«Ο κυριότερος στόχος του έργου μας ήταν να αναλύσουμε τις σπουδαίες προτάσεις και αντιπροτάσεις, να δούμε πώς δουλεύουν και να τις αφήσουμε να αντιπαρατεθούν. Το νόημα; Λίγο φως στην αιώνια αμφιβολία μας. Το σκέφτηκα διεξοδικά και δε μπορώ να βρω τέλος για το έργο μας. Και ο Marat και εγώ υποστηρίζουμε τη βία, αλλά επιχειρηματολογώντας, καθένας πήρε διαφορετική πορεία. Και οι δύο θέλουμε αλλαγές, αλλά οι απόψεις μας για τη χρήση της δύναμης ποτέ δε θα μπορούσαν να συνδυαστούν. Αυτός απ' τη μια, πιστεύει πως οι ζωές μας μπορούν να βελτιωθούν με τσεκούρια και μαχαίρια ή θα μπορούσε να βυθιστεί στη φαντασία αναζητώντας έναν προσωπικό αφανισμό. Έτσι για μένα η τελευταία λέξη ποτέ δε μπορεί να ειπωθεί. Μένω με ένα ερώτημα που είναι πάντα ανοιχτό».

(μονόλογος του Σάντ, εντός του θεατρικού έργου στο οποίο γίνεται παραπομπή εδώ [1:51:32-1:53:00])

Derek Jarman, Βίτγκενσταϊν, 1993 

«Ένα ζώο μπορούμε να το φανταστούμε οργισμένο, τρομαγμένο, θλιμμένο, χαρούμενο, ξαφνιασμένο. Αλλά και να ελπίζει; Και γιατί όχι; Ο σκύλος πιστεύει πώς ο κύριός του βρίσκεται στην πόρτα. Αλλά μπορεί επίσης να πιστεύει πώς ο κύριός του θα έρθει μεθαύριο; — Και τί πράγμα δεν μπορεί να κάνει; —Πώς το κάνω εγώ; —Τί πρέπει να απαντήσω σ' αυτό; Μπορεί να ελπίζει μόνο εκείνος πού μπορεί να μιλάει; - Μόνο εκείνος πού κατέχει τη χρήση μιας γλώσσας. Παναπεί: τα φαινόμενα της ελπίδας είναι τρόποι αυτής της περίπλοκης μορφής ζωής. (Av μια έννοια αναφέρεται σ' ένα γνώρισμα της ανθρώπινης καλλιγραφίας, δεν έχει εφαρμογή για όντα που δεν γράφουν.)»

Ludwig Wittgenstein, Φιλοσοφικές έρευνες, μτφρ. Π. Χριστοδουλίδης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977, σ. 219.